«Τι θα μπορούσε να εκφράσει μια επιστολή που δεν θα το εξέφραζε χίλιες φορές καλύτερα μια λέξη, ένα βλέμμα ή ακόμη και η σιωπή;» αναρωτιέται μία από τις ηρωίδες των «Επικίνδυνων σχέσεων» (1782) του επιστολογραφικού μυθιστορήματος του Γάλλου Σοντερλό ντε Λακλό. Η «ακούσια» απάντηση του Γκαίτε: «Γιατί ξανά καταφεύγω στη γραφή; / Αγαπημένη μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα / Γιατί είν' αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. / Αλλά, τ' αγαπημένα χέρια σου, όπως και να 'ναι, / θα δεχτούν το σημείωμα αυτό».

Η ερωτική επιστολή παρουσιάζει έτσι μια ιδιόμορφη πρόκληση πώς να
βρει κανείς ποικίλους λεκτικούς τρόπους να πει ουσιαστικά ένα απλό
πράγμα: «Μου λείπεις». Οσα άλλα στοιχεία ή πληροφορίες και
να παρέχει ο γράφων (τι φοράει, πού βρίσκεται, τι είδε στο όνειρό του
χθες βράδυ...) καταλήγει μοιραία στην ίδια ευχή: «Μακάρι τώρα να ήμουν δίπλα σου».
Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο να κρίνει κανείς κάτι τόσο προσωπικό με
αντικειμενικά κριτήρια. Σίγουρα όμως υπάρχουν κάποιες ερωτικές επιστολές
που ξεφεύγουν από τα στενά εκφραστικά πλαίσια του μέσου επιστολογράφου
και εκτοξεύονται σε ύψη λυρικά, ποιητικά. Δεν είναι τυχαίο ότι οι
περιπτώσεις αυτές συνήθως προκύπτουν από τα ασκημένα χέρια μεγάλων
συγγραφέων ή καλλιτεχνών. Σας παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από τα πιο
χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Κωστής Παλαμάς - Ραχήλ (Ελένη Κορτζά)
Οταν πρωτοσυναντήθηκαν σε ένα φιλικό σπίτι τα Χριστούγεννα του 1921, η
Ελένη Κορτζά ήταν μια όμορφη, φιλομαθής κοπέλα γύρω στα 20. Παρ' ότι
αγνοούσε την ύπαρξή του («Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά»), η Ελένη
κατάφερε να εντυπωσιάσει τον εξηντάρη τότε Παλαμά, όχι μόνο με τη μορφή
αλλά και με τη μόρφωσή της. Σιγά σιγά αναπτύχθηκε μεταξύ τους
μια ερωτική σχέση που έδωσε νέα πνοή στον κουρασμένο ποιητή: οι φόβοι,
οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες καταλάγιασαν χάρη στο γεμάτο προσμονή και
πίστη βλέμμα της Ελένης. Και εκείνη όμως με τη σειρά της που έπασχε
από φυματίωση και είχε μια μελαγχολική φύση άντλησε δύναμη από την
προσοχή αυτή που την κολάκευε τόσο. Συχνά, κυρίως τους χειμώνες,
αναγκάζονταν να μείνουν χωριστά, εφόσον η άρρωστη Ελένη έπρεπε να
αναζητήσει ηπιότερα κλίματα. Τα διαστήματα αυτά αλληλογραφούσαν
εκτεταμένα. Στα γράμματά του ο Παλαμάς άρχισε να την αποκαλεί «Ραχήλ». Η
σχέση συνεχίστηκε σίγουρα ως τον Αύγουστο του 1935 τότε χρονολογείται
το τελευταίο γράμμα που διασώθηκε. Από εκεί και πέρα δεν είμαστε
σίγουροι. Η Ελένη ακολούθησε τον στρατηγό πατέρα της στην Αίγυπτο και
μετά στη Νότιο Αφρική. Οταν επέστρεψε το 1944, ο Παλαμάς είχε πια
πεθάνει.


Γεώργιος Παπανδρέου - Σοφία Μινέικο
«Σπάνια δύο ερωτευμένοι είχαν την τύχη να ζήσουν τον προσωπικό τους μύθο στην πρώτη γραμμή της Πολιτικής μας Ιστορίας. Γεύτηκαν τα μεγάλα γεγονότα μαζί με τον μεγάλο έρωτα». Με αυτή τη φράση (που περιέχεται στο βιβλίο του «Ακριβή μου Σοφία»)
ο Φρέντυ Γερμανός συνοψίζει τη σχέση του Γεώργιου Παπανδρέου και της
Σοφίας Μινέικο. Γνωρίστηκαν
το 1907 στην Αθήνα, όπου ήταν και οι δύο φοιτητές στο Πανεπιστήμιο:
εκείνος σπούδαζε Νομική και εκείνη Φιλολογία. Τράβηξε πρώτη φορά την
προσοχή της όταν ένα μεσημέρι είδε κάτι χωροφύλακες εφ' όπλου λόγχη να
τον σπρώχνουν στα σκαλιά του Πανεπιστημίου: «Πόσο τον πόνεσα εκείνη τη μέρα. Πόνεσα τα νιάτα του, τη φλόγα του. Δεν άντεχα να βλέπω να τον κλωτσάνε εκείνοι οι χωροφύλακες...».
Η Σοφία, κόρη ενός αυστηρού πολωνού στρατηγού, δεν μπόρεσε να
αντισταθεί για πολύ στην πολιορκία του νεαρού Παπανδρέου, που άρχισε να
τη βομβαρδίζει με φλογερά γράμματα:
«Είμαι ένας παράξενος άνθρωπος, Σοφία μου. Δεν συλλογίζομαι τα μελλούμενα· ούτε την ένωσή μας ή τα γεράματα. Χαίρομαι μόνο την καρδιά μου που σπαρταράει· αγαπώ τον πόνο μου».
Τελικά παντρεύτηκαν το 1913, λίγο πριν ο Γεώργιος αναχωρήσει ξανά για
σπουδές στη Γερμανία. Εμειναν μαζί πολλά χρόνια, ώσπου ο Παπανδρέου,
παράφορα ερωτευμένος με την Κυβέλη, την ντίβα της εποχής, την
εγκατέλειψε. Η Σοφία δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά. Ενθυμούμενη την ημέρα
που έλαβε τα νέα του θανάτου του (1 Νοεμβρίου 1968) είπε: «Μόνο τότε πίστεψα πως τον είχα χάσει».
«Παρηγορήσου, Σοφία μου, όσο μπορείς. Το μέλλον μας, το αύριο, είναι κοινό πια για μας· ό,τι και να γίνη ψηλά ή χαμηλά, σ' την άβυσσο ή σ' τα σύννεφα, με την κατάρα ή με την ευλογία των άλλων, εμείς, αν δεν προφθάση ο θάνατος, ενωρίς ή αργά, θα παρθούμε...» (απόσπασμα από γράμμα του Γ. Παπανδρέου, όταν ήταν ακόμη δεκανέας του Δωδέκατου Συντάγματος στην Πάτρα, το 1910).
Πηνελόπη Σ. Δέλτα - Ιων Δραγούμης
Γνωρίστηκαν σε κάποια επίσημη δεξίωση στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια
του 1905. Συνέχισαν να συναντιούνται σε παρόμοιες εκδηλώσεις και σύντομα
διαπίστωσαν την αμοιβαία έλξη τους. Επειδή η Πηνελόπη ήταν παντρεμένη
(με τον Στέφανο Δέλτα), προσπάθησαν από νωρίς να σταματήσουν την εξέλιξη
των πραγμάτων. Στάθηκε όμως αδύνατο να αντισταθούν. Το κοινωνικό και
ηθικό κατεστημένο της εποχής σε συνδυασμό με την επιθυμία της Δέλτα να
μείνει πιστή σε κάποιες προσωπικές της αξίες προκάλεσαν αλλεπάλληλα
εμπόδια στη σχέση. Ατέλειωτα
δάκρυα, αγωνία και πόνος ήταν οι σταθερές συντεταγμένες αυτού του
ανολοκλήρωτου έρωτα. Μοναδικές στιγμές ανάπαυλας οι κρυφές συναντήσεις
των ερωτευμένων καθώς και η παθιασμένη αλληλογραφία τους. Το απόσπασμα
που ακολουθεί είναι από το τελευταίο (χρονολογικά) γράμμα που έχει
σωθεί:

Ιων μου, θα πεις πως είμαι τρελή, και το ξέρω, μα όπως εκείνο το βράδυ, που πρώτη φορά με ξανάβλεπες, ύστερα από την πρώτη απόπειρα, ήσουν "τρελός για μένα", έτσι κι εγώ είμαι τρελή για σένα... Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει "τιμή" και "λόγος". Ξέρω μόνο πως σ' αγαπώ, τ' ακούς, Ιων; σ' αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ' έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω "σ' αγαπώ", μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ως που να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή· μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει...» (27 Ιουλίου 1906).
Αγγελος Σικελιανός - Αννα Σικελιανού

Ο γνωστός ποιητής γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του την άνοιξη του 1938 (η πρώτη ήταν η Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ). Ο έρωτας ήρθε αμέσως: «Λίγες μέρες μετά τη συνάντησή μας, με συνόδεψε στο Βόλο με το τρένο... Αγόρασε τα εισιτήρια όλου του διαμερίσματος, για να μπορεί να μου μιλάει ελεύθερα. Μου μιλάει στον πληθυντικό, δεν μου αγγίζει ούτε το χέρι» περιγράφει η ίδια λίγο παρακάτω. Η Αννα ήταν ήδη παντρεμένη εκείνη την εποχή. Δεν δίστασε όμως να εγκαταλείψει τον σύζυγό της (που έπαθε νευρικό κλονισμό και την ανάγκασε να επιστρέψει κοντά του για πέντε ακόμη μήνες) και να παντρευτεί τον Σικελιανό το 1940. Εμειναν μαζί ως τον θάνατο του ποιητή, το 1951. Οπως φανερώνει η παρακάτω επιστολή, η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα έντονη:
«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη! Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ' αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!

(Λουίζα Αρκουμανέα)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου