Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - "ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ"



    Α´


Ὁ μεγαλύτερος ἥλιος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ νέο φεγγάρι
ἀπόμακρα στὴ μνήμη σὰν ἐκεῖνα τὰ στήθη.
Ἀνάμεσό τους χάσμα τῆς ἀστερωμένης νύχτας
κατακλυσμὸς τῆς ζωῆς.
Τ᾿ ἄλογα στ᾿ ἁλώνια
καλπάζουν καὶ ἱδρώνουν
πάνω σὲ σκόρπια κορμιά.
Ὅλα πηγαίνουν ἐκεῖ
καὶ τούτη ἡ γυναῖκα
ποὺ τὴν εἶδες ὄμορφη, μιὰ στιγμὴ
λυγίζει δὲν ἀντέχει πιὰ γονάτισε.
Ὅλα τ᾿ ἀλέθουν οἱ μυλόπετρες
καὶ γίνουνται ἄστρα.

Παραμονὴ τῆς μακρύτερης μέρας.
............................................................... 

Γ´



Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ σταματήσει ὁ ἥλιος.
Τὰ ξωτικὰ τῆς αὐγῆς
φύσηξαν τὰ στεγνὰ κοχύλια·
τὸ πουλὶ κελάηδησε τρεῖς φορὲς τρεῖς φορὲς μόνο·
ἡ σαύρα πάνω στὴν ἄσπρη πέτρα
μένει ἀκίνητη
κοιτάζοντας τὸ φρυγμένο χόρτο
ἐκεῖ ποὺ γλίστρησε ἡ δεντρογαλιά.
Μαύρη φτερούγα σέρνει ἕνα βαθὺ χαράκι
ψηλὰ στὸ θόλο τοῦ γαλάζιου -
δές τον, θ᾿ ἀνοίξει.

Ἀναστάσιμη ὠδίνη.

 .................................

  ΙΔ´

Τώρα,
μὲ τὸ λιωμένο μολύβι τοῦ κλήδονα
τὸ λαμπύρισμα τοῦ καλοκαιρινοῦ πελάγου,
ἡ γύμνια ὁλόκληρής της ζωῆς·
καὶ τὸ πέρασμα καὶ τὸ σταμάτημα καὶ τὸ πλάγιασμα καὶ τὸ τίναγμα
τὰ χείλια τὸ χαϊδεμένο δέρας,
ὅλα γυρεύουν νὰ καοῦν.

Ὅπως τὸ πεῦκο καταμεσήμερα
κυριεμένο ἀπ᾿ τὸ ρετσίνι
βιάζεται νὰ γεννήσει φλόγα
καὶ δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν παιδωμή -

φώναξε τὰ παιδιὰ νὰ μαζέψουν τὴ στάχτη
καὶ νὰ τὴ σπείρουν.
Ὅ,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν πέρασαν
πρέπει νὰ καοῦν
τοῦτο τὸ μεσημέρι ποὺ καρφώθηκε ὁ ἥλιος
στὴν καρδιὰ τοῦ ἑκατόφυλλου ρόδου.





Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ - "ΜΑΡΙΑ, Ή ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ"


«Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω
πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις
μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις
και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας
Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και Θε μου σε
φοβάμαι και
μ’ αρέσεις
κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις

Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
– γελώντας
και κλαίγοντας –
το δέντρο
και
ξυπνώ
και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο
μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και βρέχει
βρέχει
βρέχει
και δεν είσαι
κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά
νερά
και χρόνια»


(Ορέστης Αλεξάκης, από τη συλλογή «Ο ληξίαρχος» )
 
                                         Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Ο ποιητής Ορέστης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931 και πέθανε στις 5/5//2015. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος στην πρωτεύουσα ως το 1991. Έπειτα έζησε στη γενέτειρά του αλλά και στη Θεσσαλονίκη, πριν εγκατασταθεί μονίμως στην Αθήνα. Παράλληλα με την ποίηση, έγραψε δοκίμια και κριτικά κείμενα. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά (Ανακύκληση, Το Δέντρο, Ευθύνη, Η λέξη, Πλανόδιον, Πόρφυρας κ.ά.).

Ο Ορέστης Αλεξάκης ανήκε στην δεύτερη μεταπολεμική γενιά των ελλήνων ποιητών. Παρουσιάστηκε στα γράμματα με τη δημοσίευση ποιήματος το 1948 στο περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία».
Ποιήματά του μεταφράστηκαν στην αγγλική, ισπανική και σερβική γλώσσα ενώ τιμήθηκε για το έργο του με το Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου.
Στα πρώτα του ποιήματα είναι εμφανείς οι σολωμικές αντηχήσεις και η απεικόνιση της συναισθηματικής - ερωτικής ζωής μέσα από τη χρησιμοποίηση των μύθων, ενώ στη συνέχεια προσέγγισε συμβολικά την ελληνική ιστορία.

Από το 1980 και μετά η ποίησή του έγινε πιο λιτή, πιο στοχαστική ταυτοχρόνως όμως πιο υπαινικτική και υπαρξιακή. Στράφηκε δε και πάλι στη ρυθμική και ομοιοκατάληκτη ποίηση, ανασυνδεόμενος με την επτανησιακή παράδοση.

Έργα του: Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974), Οι κόνδορες και το αντιπρανές (1982), Η λάμψη (1983), Βυθός (1985), Ο ληξίαρχος (1989), Αγαθά παιγνίδια (1994), Νυχτοφιλία (1995), Υπήρξε. Επιλεγμένα Ποιήματα (1999), Μου γνέφουν. Έμμετρα ποιήματα (2000), Θίασος στην εξέδρα (2006), Το άλμπουμ των αποκομμάτων (2009).

Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφόρησε το 2011 η συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1960 - 2009)» ενώ το 2014 κυκλοφόρησε «Το ρόπτρο» από τις Εκδόσεις των Φίλων, με επιλεγμένα ποιήματά του.
 


Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

"Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΚΕΡΑΣΙΩΝ" ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ



 Emile Vernon
Ο καιρός των κερασιών Les temps de cherishes (Aπόσπασμα)

Στην θαρραλέα πολίτη Λουΐζα ,νοσοκόμα στο οδόφραγμα
Της παρισινής Κομμούνας στην οδό Fountaine –Au-Roi

Την Κυριακή 28 Μαρτίου 1871

….. Μέσα σε αυτήν την δεντροστοιχία του ονείρου θα βαδίσουμε μόνοι
Και θα ευχόμαστε ατέλειωτη να ναι
Αφού μόνο χάρη σε μας ωρίμασαν σήμερα τα  κεράσια
Και το αηδόνι ξέρει το τραγούδι του να τραγουδάει πια
Αγαπώ τον καιρό που της κερασιάς το άνθος την καρδία τρυπά
Αυτός ο πόνος είναι κακός όπως η ωρίμανση του Μάη
Εγώ πάντα ξέρω πως την καρδιά μου θα πληγώσεις
Και όμως την αγάπη μου σου δίνω ,είναι δική σου!
Πάλι τα κεράσια ωρίμασαν και στέκομαι μόνη μου εδώ
Και το αηδόνι το τραγούδι του δεν θα τελειώσει…..

Jean Baptist Clément (1836 - 1903), ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗΝ  ΛΟΥΙΖΑ


 Emile Vernon



Στη ρίζα εμπρός της κερασιάς κοντά στον φράκτη
Με τον οπό του δέντρου στα μαλλιά και τη γεύση του στο στόμα
Με δυο κεράσια στα μαλλιά   
Με όλον τον όλβον τ’ ουρανού μες στην ψυχή της
         Ανδρέας Εμπειρίκος, Η κερασιά

















Theo van Rysselberghe



Από το όνομά σου ξεκινά η άνοιξη,
Απ' τις συλλαβές του κρέμουνται κόκκινα κεράσια.
(Κώστας Μόντης)  











Νικόλαος Γύζης

Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε κι εφέτος 
στην αυλή.
Και θα γεμίσουν μ’ άνθη, το παρτέρι.

Μικρή που είναι η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι-

Πικρή πουν’ η ζωή.

                     Μενέλαος Λουντέμης







 Sir Lawrence Alma - Tadema

Θα σου φέρω απ' τα βουνά λουλούδια εξαίσια, κλέλιες, ζουμπούλια και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.

Θέλω να κάνω μαζί σου αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.

Πάμπλο Νερούδα





Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

ΛΕΜΟΝΑΔΑ ΜΕ ΚΡΟΚΟ ΚΟΖΑΝΗΣ

 Ένα δροσερό ρόφημα για τις ζεστές μέρες που έρχονται !


ΥΛΙΚΑ :

4  Λεμόνια
75 γρ άχνη ζάχαρη ή μέλι
2 κουταλιές φρέσκο τζίντζερ (πιπερόριζα)
1/2 κουταλάκι σκόνη Κρόκου Κοζάνης (ακόμη λιγότερο για όσους δεν τον συνηθίζουν)


ΕΚΤΕΛΕΣΗ :


Βάζετε το χυμό από τα λεμόνια, τη ζάχαρη και λίγο αλάτι (κατά βούληση) σε μια κανάτα. Περνάτε το τζίντζερ από τον τρίφτη και μετά από πρέσα σκόρδου για να βγάλει το χυμό του. Προσθέτετε μόνο το χυμό μαζί με τον Κρόκο Κοζάνης και 500ml κρύο νερό στην κανάτα. Σερβίρετε σε μικρά ποτηράκια με αλάτι στο χείλος (βρέχετε το ποτήρι και το πιέζετε σε αλάτι για να κολλήσει) και άφθονο πάγο.

 

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ - "AΠ' ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ"



«Απ’ των θαυμάτων την παρέλαση
Μες στη ζωή μου
Περισυλλέγω μόνο
Την έκλυση της αστραπής
Των διαβατάρικων πουλιών την τρυφερότητα
Τις άγριες βιολέτες της καταιγίδας
Τα χιόνια που σωριάζονται
Χρόνια πια τώρα μες στους καθρέφτες
Τ’ άστρα που εκπέμπουν όσες φωνές
Έχουν σωπάσει για πάντα
Τα κίτρινα δάχτυλα του καπνού
Το άρωμα της λύπης
Που αναδύνουν
Τα σβησμένα λιθάρια
Το δάκρυ το αναντικατάστατο
Που λάμπει
Μέσα στην καρδιά της αγαπημένης»

(" Όχι πια δάκρυα" Εκδ. Κέδρος)


Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

"ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΙΟΥ" Ή ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ (ΓΥΝΑΙΚΕΣ) ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Laura Knight, Άνεμος και ήλιος. Γύρω στα 1913


Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Charles Courntey Curran, Στα ύψη. 1909


Helen Galloway Mcnicoll, Ηλιόλουστες ημέρες. 1910.

Edward Cucuel, Καλοκαιρινό όνειρο. 1911-1912.

S. John George Brown, Hλιόφως. 1879



William Henry Margetson, Κάστρα στην άμμο. 1898


Anna Ancher, Μια βόλτα στην παραλία.



 ΠΗΓΗ : http://annagelopoulou.blogspot.gr/

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ - "ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ '41"




Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια  
κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του  
κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ήλιου *  
μες στο σκοτάδι της καρδιάς — τρεις φίλοι.

Ποιός θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα; 
 Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας  
με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια  
σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά· 
πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού. 
Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο  
με το παλιό· με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας  
λαβωμένο· το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.
Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά  
και σαν ξεριζωμένες ρίζες. 
                                                  Η δίψα μας  
ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος  
στη σκοτεινή πόρτα του Ήλιου  
δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται  
ξενιτεμένη εδώ τριγύρω  
κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου. 
 
 Κρήτη - Αλεξάνδρεια - Νότιος Αφρική, Μάης ‒ Σεπτέμβρης 1941